FRaNChEsKa CHaTzIPaNaGIoTI

FRaNChEsKa CHaTzIPaNaGIoTI
~ La voix...~

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Η ΤΡΥΠΑ


Έσκαβε. Όλο το βράδυ έσκαβε. Ολόκληρο το κορμί του ένα κούφιο άγαλμα στο μπρούτζο της λάσπης χωμένο. Άκουγες τους γδούπους που έκαναν τα χέρια του σαν από σπασμένα πλοκάμια βγαλμένοι. Μπήγονταν βαθιά μέσα στη νοτερή πλάτη του υψίπεδου, μάλαζαν την κρύα πληγή του με ένα θυμό δαγκωμένο. Θυμό φυτίλι που άναβε και κόρωνε. Το κτήνος. Χωμένος μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών να χαράζει τη γη λες και προσπαθούσε να την μουτζουρώσει με μια αόρατη πένα.
Και δωσ’ του να πετάει χώμα, τι χώμα δηλαδή χούφτες αγκάθια απόδιωχνε και κάτι αγριοπούρναρα που δεν σου έκανε καρδιά ακόμα και να κατουρήσεις πάνω τους και να βροντάει με τα δόντια του κάτι βρισιές που ούτε το τελευταίο χαμίνι του δρόμου δεν λογάριαζε πως υπήρχαν. Μάνα μου, να σου σηκώνεται η τρίχα από τον τρόμο και πέρα μακριά από την απέναντι πλευρά του φαλακρού βουνού να αναβλύζει τέτοια φλόγα, μα τέτοια φλόγα που λες και χτυπιόταν η γη με τον ουρανό. Χτικιασμένο ντουμάνι. Σαν καμβάς φορτωμένος ναρκωμένα χρώματα.
Μια χαβούζα σκοτωμού και να τον κοιτάμε ώρες τώρα που σκάβει και αυτός να καταριέται τη στιγμή που βρέθηκε σε αυτό το οχυρό και να σπαρταρούν τα μάτια του, μαύρα μάτια σαν γούρνες ξέχειλες από φόβο, και όλο να σκάβει. Άναψαν τα δάχτυλά του, πρήστηκαν οι αγκώνες του, απόσωσαν οι δυνάμεις του αλλά αυτός εκεί να σπαθίζει το χώμα γιατί η ζωή σού δίνει τέτοιο κουράγιο για να μην τη χάσεις που άλλο δεν σκέφτεσαι παρά μια ανάσα ακόμα και μια ακόμα και μια ακόμα. Σαν να κερδίζεις τον ίδιο το διάβολο σε μια σημαδεμένη παρτίδα χαρτιά ή σαν να τον προσκαλείς να χορέψει μαζί σου τανγκό. Τόση ηδονή. Τόση ανέφελη χαρά.
Με τα πολλά πέρασε ο διοικητής, μας μέτρησε έναν προς έναν. Τα γυμνά μας κρανία, τα ρούχα που φορούσαμε ρυτιδιασμένα από τη λάσπη και τη λέρα, τα χάμουρα που δέναμε για παπούτσια. Τα μάτια του δύο μαραμένες τρύπες έλαμπαν στη νύχτα παράταιρα. Μάτια νυφίτσας που έψαχναν λεία μέσα στις άγουρες μορφές του σκοταδιού.
Αυτοί είμαστε ρε κερατά, σκέφτηκε να πει ο διπλανός αλλά φύτεψε το στόμα του μέσα σε ένα ζευγάρι ξερές παλάμες κι ήταν σαν να άκουγες το μυκηθμό που έφτυνε κόμπους κόμπους το ταραγμένο του μυαλό. Δες μας καλά και κοίτα να κρατήσεις την εικόνα γερά μέσα στο κεφάλι σου όταν θα τελειώσεις την επιθεώρηση και με παράστημα στητό όπως ταιριάζει στα γαλόνια σου θα επιστρέψεις στην ωραία σου σκηνούλα και στα ζεστά σου χνώτα.
Αυτός χαμπάρι. Το βιολί του. Γύρισε την πλάτη του και κοίταξε με απέχθεια τον τρωγλοδύτη που είχε φτάσει πλέον μέχρι τη μύτη στη γούβα. Οι κόρες των ματιών του απέκτησαν ξαφνικά μια δονούμενη γυαλάδα. Έμοιαζαν με ερεθισμένους φακούς κάμερας.
Ούρλιαξε. Η ψυχρή σκιά των χειλιών του αναζωπυρώθηκε.
Τι κάνει αυτός ο ζαβός εκεί πέρα;
Κουβέντα. Άχνα δεν βγάζαμε. Ούτε μια σύσπαση οίκτου δεν έκαναν τα πρόσωπα μας.
Δεν μιλάτε, ρε; Τομάρια θα σας φτιάξω εγώ. Σ’ εσένα μιλάω ρε λούστρο. Αναφέρσου τώρα αμέσως.
Αργά αργά έσκασε από το λαγούμι ένα κεφάλι πρησμένο σαν αλόγου. Κατά τ’ άλλα λιγνός. Ένα κλαδάκι το κορμί του και να τον τσίμπαγες δεν θα έτρεχε αίμα. Ο κερατάς που την έκρυβε τόση δύναμη.
Στρατιώτης… στρατιώτης… έξυσε το ιδρωμένο καύκαλό του… στρατιώτης… ξέπνοοι λιμαρισμένοι ώμοι… δεν θυμάμαι…γέρνει το καύκαλο, γέρνουν και οι ώμοι.
Η μπότα του διοικητή κλώτσησε μια κοτρόνα, τον βρήκε στα γεμάτα. Χαμηλά και εύστοχα. Τον έλιωσε ο πόνος. Μα, ποιος πόνος είναι χειρότερος από τον τρόμο του επικείμενου τέλους;
Δεν θέλω να πεθάνω… μούγκριζε δεν μιλούσε… σαν να σχιζόταν το μυαλό του… δεν θέλω να πεθάνω… κι αυτοί θα έρθουν… τους ακούω… εσείς δεν τους ακούτε…από ώρα σε ώρα… από λεπτό σε λεπτό… αυτοί οι κρότοι… Θεέ μου τα αυτιά μου… κάπου να κρύψω τα αυτιά μου… να μην ακούνε…στην τρύπα να πέσω... να μην ακούω άλλο πια…
Έτρεμε σαν χαμόδεντρο. Μισοχωμένος στον παγωμένο καταπιόνα της ξεκοιλιασμένης γης. Άνθρωπος χωρίς σώμα και ρίζα δίχως κορμό.
Πάρτε τον από’ δω να μην τον βλέπω μπροστά μου γιατί αλλιώς θα του φυτέψω μια σφαίρα στο κεφάλι, ούρλιαξε ο διοικητής. Ο λοχίας και το τσιράκι του τον άρπαξαν από τους ώμους και τον έσυραν στην πίσω γραμμή άμυνας. Η μπότα του διοικητή έκανε να κλωτσήσει ξανά. Μετεωρίστηκε για λίγο στον αέρα κι ύστερα σαν να το μετάνιωσε γάζωσε με πάταγο το έδαφος σηκώνοντας έναν μικρό κυματισμό αργιλικής σκόνης.
Μείναμε στις θέσεις μας. Ημίρρευστες τσίμπλες στα μάτια και κάτι σπασμένοι κοπτήρες να χορεύουν τρελά στη ζαλισμένη πάνω γνάθο. Μάσκες αγκαθωτές που οι ώμοι δεν μπορούσαν να κρατήσουν σταθερά στο λαιμό. Τι όμορφος συρφετός. Ενας μικρός κοκκινολαίμης πέταξε πάνω από τη φρέσκια τρύπα τσίμπησε δύο φυλλαράκια με το χειμωνιάτικο ράμφος του και τράβηξε κατά το στόμα της φωτιάς που ερχόταν πλησίστια. Τόσο μακριά αλλά και τόσο κοντά. Τι είναι άλλωστε ο θάνατος; Ένα τσιγάρο δρόμος είναι.
. . .Ένα τσιγάρο δρόμος. . .
Διονύσης Μαρίνος

1 σχόλιο:

  1. Φραντσέσκα, ευχαριστώ πάρα πολύ! Τι να πω; Τιμή μου που σου άρεσε η "Τρύπα"

    ΑπάντησηΔιαγραφή